ἀσπερχές

ἀσπερχές
Grammatical information: adv.
Meaning: `unceasingly' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [998] *sperǵh- 'be in haste'
Etymology: With a copulativum (intensivum) directly from σπέρχω `(be in) haste' ; Chantr. Form. 427.
Page in Frisk: 1,168

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασπερχές — ἀσπερχές επίρρ. (Α) ακατάπαυστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < α (αθροιστικό επιτακτικό) + πιθ. *σπέρχος, το (< σπέρχομαι), τού οποίου το ένσιγμο θ. εναλλάσσεται με το επίθημα * nο στον τ. σπερχνός (πρβλ. έρεβος ερεμνός)] …   Dictionary of Greek

  • ἀσπερχές — hotly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλονώ — (AM κλονῶ, έω) [κλόνος] ταράζω, προκαλώ απώλεια σταθερότητας, κλονίζω* (α. «ψάμαθοι κύμασιν ριπαῖς τ ἀνέμων κλονέονται», Πίνδ. β. «πάθη κλονεῖν τὴν ψυχήν», Φίλ.) αρχ. 1. προκαλώ σε κάποιον σύγχυση ή τρέπω σε φυγή («Ἕκτορα δ ἀσπερχὲς κλονέων ἔφεπ… …   Dictionary of Greek

  • sperĝh-, spreĝh-, nasal. sprenĝh- —     sperĝh , spreĝh , nasal. sprenĝh     English meaning: to hurry, to spring     Deutsche Übersetzung: ‘sich hastig bewegen, eilen, springen”     Note: Erweit. from sper “ twitch, schnellen”.     Material: O.Ind. spr̥háyati “begehrt,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.